Τα νέα του ΕΚΚΕ
  • Επιστημονική Ημερίδα με θέμα «Στρατηγικές καταπολέμησης της αστεγίας και κοινωνικής στέγασης σε περιόδους ύφεσης»,
    Την Τετάρτη, 24.2.2016 διεξήχθη η Επιστημονική Ημερίδα με θέμα «Στρατηγικές καταπολέμησης της αστεγίας και κοινωνικής στέγασης σε περιόδους ύφεσης», που διοργανώθηκε από το ΤΕΙ Αθήνας και το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών.

  • Χαιρετισμός Προέδρου


    Σε περίοδο βαθειάς κρίσης είναι πρόδηλο πως η κοινωνική έρευνα οφείλει να συμβάλει στην κατανόηση των αιτιών και των συνεπειών των κοινωνικών προβλημάτων που παρουσιάζονται, ταυτόχρονα δε να επικουρεί στην αντιμετώπιση και την επίλυσή τους.

  • Ιστότοπος PIAAC

    Ο ιστότοπος του προγράμματος για τη Διεθνή Αποτίμηση των Ικανοτήτων των Ενηλίκων (PIAAC) είναι πλέον διαθέσιμος.

  • Έργο 2.1.α/11 του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ένταξης Υ.Τ.Χ.

    Ολοκλήρωση Έργου 2.1.α/11 του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ένταξης Υ.Τ.Χ.

  • Έργο 2.1.β/11 του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ένταξης Υ.Τ.Χ.

    Ολοκλήρωση Έργου 2.1.β/11 του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ένταξης Υ.Τ.Χ.

  • Έργο 4.1.α/11 του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ένταξης Υ.Τ.Χ.

    Ολοκλήρωση Έργου 4.1.α/11 του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ένταξης Υ.Τ.Χ. 

  • Έκδοση τόμου.

    Έκδοση τόμου: "Νέα φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός: Πολιτικές καταπολέμησης και καθιέρωση ενός ελαχίστου εγγυημένου εισοδήματος"
    Επιμέλεια: Διονύσης Μπαλούρδος και Μαρία Πετράκη
    Βουλή των Ελλήνων, Πρακτικά Ειδικής Συνεδρίας της Διαρκούς Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων, 2012

  • Το Κοινωνικό Πορτραίτο της Ελλάδας 2012

    Το  Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) σας ενημερώνει ότι εκδόθηκε το  «Το Κοινωνικό Πορτραίτο της Ελλάδας 2012»

  • Tεύχος 136 της ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ


    Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του ΕΚΚΕ το ειδικό τεύχος 136 της ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ: Special issue. Contemporary social inequalities



ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟΥ ΙΣΤΟΥ
TEXT

Προς την Ένωση Ελλήνων Ερευνητών

Κείμενο θέσεων του ΔΣ του Συλλόγου Προσωπικού ΕΚΚΕ για την αναδιάρθρωση του ερευνητικού ιστού

Η διαδικασία σχεδιασμού της αναδιάταξης του ερευνητικού ιστού διεξάγεται, όχι για πρώτη φορά, βεβιασμένα και κάτω από ασφυκτικές προθεσμίες, ως εάν το πολυσύνθετο ζήτημα της αναδιάταξης του ερευνητικού ιστού να έπρεπε να λυθεί με κατεπείγουσες διαδικασίες. Όπως αναφέρεται στο Σχέδιο Οδικού Χάρτη της ΕΕΕ για τη διαδικασία των συγχωνεύσεων, όσο ‘σοβαρή' και να είναι η πίεση της συγκυρίας, δεν θα έπρεπε αυτή να οδηγήσει σε λανθασμένες πολιτικές επιλογές, οι οποίες θα ταλαιπωρούν τη χώρα - και την ερευνητική κοινότητα - για πολλές δεκαετίες. Η εσπευσμένη καταληκτική προθεσμία κατάθεσης προτάσεων στην ΕΕΕ δεν συνάδει με αυτή τη διαπίστωση και μας προβληματίζει ως προς τη διαδικασία αλλά και την ουσία της διαβούλευσης. Σε συνθήκες όπου η ‘σπουδή' του Υπουργείου ανατρέπει ή και καταργεί καθιερωμένες διαδικασίες συμμετοχής της ερευνητικής κοινότητας, η προσοχή μας πρέπει να επικεντρωθεί στους όρους που διασφαλίζουν τον ουσιαστικό δημοκρατικό διάλογο.

Παρά το γεγονός ότι η πρόσκληση συμμετοχής στη διαδικασία διαβούλευσης απευθύνεται σε ΔΣ Συλλόγων Ερευνητών καθώς και σε Ερευνητές των Κέντρων και Ινστιτούτων στα οποία δεν υφίστανται αυτοτελείς σύλλογοι ερευνητών, ως μέλη του ΔΣ του Συλλόγου Προσωπικού του ΕΚΚΕ επιθυμούμε να συμβάλουμε στο διάλογο, μεταφέροντας τις απόψεις του συνόλου της ερευνητικής κοινότητας του ΕΚΚΕ, καθώς θεωρούμε ότι ως ερευνητική κοινότητα νοείται το σύνολο των συντελεστών της ερευνητικής παραγωγής και όχι μόνον οι ερευνητές.

Βασικές αρχές του διαλόγου
Ο Σύλλογος Προσωπικού του ΕΚΚΕ όπως και το ΔΣ του Κέντρου έχουν τοποθετηθεί με σειρά κειμένων επί των βασικών αρχών της αναδιάρθρωσης του ερευνητικού ιστού. Η διαδικασία διαβούλευσης οφείλει να διεξαχθεί στο πλαίσιο των παρακάτω βασικών αρχών.

1. Τήρηση της συνταγματικής επιταγής του άρθρου 16 («... η έρευνα τελεί υπό την προστασία και την εγγύηση του Κράτους») από την οποία συνάγεται ότι πρέπει να υπάρχουν και να λειτουργούν εθνικά ερευνητικά κέντρα δημόσιου χαρακτήρα.
Ο νομοθέτης, ακολουθώντας το Σύνταγμα, έκρινε ότι εφόσον η έρευνα αποτελεί δημόσιο αγαθό, πρέπει σε συγκεκριμένους σημαντικούς για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος τομείς να διεξάγεται από ερευνητικούς φορείς που έχουν την μορφή ΝΠΔΔ, στηρίζουν τη λειτουργία τους σε ακαδημαϊκά κριτήρια, λειτουργούν υπό δημόσιο έλεγχο και εποπτεία μέσω των ποικίλων ελεγκτικών μηχανισμών και δεν εξαρτώνται από περιορισμούς που θέτει η αναζήτηση χρηματοδοτικών μηχανισμών με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.

2. Εξασφάλιση της συνέχειας και της ομαλής λειτουργίας των ερευνητικών κέντρων με μακρά παράδοση και διεθνές κύρος. Εξασφάλιση της αυτονομίας και της αυτοτέλειάς τους
Η πλειονότητα των ερευνητικών κέντρων της χώρας έχουν διαγράψει μία ιστορία δεκαετιών και έχουν συγκροτήσει διαφοροποιημένους μηχανισμούς ύπαρξης, συνύπαρξης και λειτουργίας. Παρά το γεγονός ότι λειτουργούν επί μακρόν σε συνθήκες υποχρηματοδότησης, περιορισμού του προσωπικού και απουσίας μίας επεξεργασμένης εθνικής στρατηγικής για την έρευνα, έχουν καταφέρει να αναπτύξουν σημαντικό επιστημονικό έργο, αναγνωρισμένες διεθνείς και εγχώριες συνεργασίες, πολύτιμες ερευνητικές υποδομές και παράδοση επιστημονικού διαλόγου. Κεντρικός άξονας οποιασδήποτε αναδιάταξης θα πρέπει να είναι η διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος προαγωγής της έρευνας που θα αξιοποιεί και θα εξελίσσει τα υφιστάμενα πλεονεκτήματα• το περιβάλλον αυτό δεν μπορεί να γίνει νοητό μέσα από τη διάλυση ερευνητικών δομών με κύρος και παράδοση, αλλά μέσα από τη διασφάλιση της αυτονομίας και της αυτοτέλειας.

3. Δημόσια προστασία της κοινωνικής έρευνας, η επιστημονική παραγωγή της οποίας δεν ενδιαφέρει τους ιδιώτες, ενδιαφέρει όμως την κοινωνία και το κράτος.
Η ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής έρευνας συνεπάγεται το μαρασμό και την εξαφάνισή της, καθώς τα «προϊόντα» της δεν έχουν ζήτηση από ιδιώτες επενδυτές και επιχειρήσεις. Επιπλέον, η παραγωγή πρωτογενούς επιστημονικής γνώσης αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας και όχι των ιδιωτών. Ζητήματα όπως η φτώχεια, η ανεργία, η απασχόληση, η μετανάστευση, η εγκληματικότητα, η πολιτική συμμετοχή, η δημόσια διοίκηση, οι διακρίσεις ως προς το φύλο, οι χωρικές ανισότητες και διαχωρισμοί, η οικογένεια, η εκπαίδευση, οι δημογραφικές εξελίξεις, η άσκηση κοινωνικής πολιτικής είναι εθνικής και στρατηγικής σημασίας για τη λειτουργία του κράτους, της κοινωνίας και των θεσμών τους. Ιδιαίτερα σε εποχή όξυνσης των κοινωνικών προβλημάτων και των ανισοτήτων, η Πολιτεία δεν μπορεί να απεκδύεται του ρόλου της, με πρόσχημα τον οικονομικό «εξορθολογισμό». Η δημόσια προστασία της κοινωνικής έρευνας είναι πρωταρχικής σημασίας για το ΕΚΚΕ, διαχρονική αποστολή του οποίου είναι η μελέτη της ελληνικής κοινωνίας και η προαγωγή των κοινωνικών επιστημών.

4. Σαφής προσδιορισμός των επιστημονικών αρχών που θα διέπουν τη λογική της όποιας αναδιάταξης και του προσδοκώμενου οφέλους αυτής.

Η αναδιάρθρωση των ερευνητικών δομών υπό το πρίσμα μιας «επιβαλλόμενης από τα πράγματα» και αναγκαστικής ομοιογενοποίησης και ιδιωτικοποίησης δεν πείθει ως προς την επιστημονική και λειτουργική αποτελεσματικότητά της. Τα επιστημονικά κριτήρια και οι αρχές που επιστρατεύονται για να τεκμηριώσουν την ανάγκη συνενώσεων ή και καταργήσεων φορέων που υπηρετούν διακριτούς επιστημονικούς κλάδους δεν είναι σαφείς. Μια τέτοια ασάφεια προοιωνίζει περισσότερα προβλήματα από όσα καλείται να επιλύσει.
Ο επικαλούμενος οικονομικός «ορθολογισμός» δεν βασίζεται σε μελέτες του πραγματικού κόστους και ωφέλειας. Πέρα από το συμβολικό και κοινωνικό κόστος εγείρει σοβαρές ανησυχίες για την επιθυμητή και επιβαλλόμενη ‘λογική της εξοικονόμησης πόρων'. Η ερευνητική κοινότητα καλείται επί της ουσίας να διαβουλευθεί επί μίας επιχείρησης αναδιάταξης που μεταφράζεται σε οικονομική ασφυξία και συρρίκνωση των ερευνητικών υποδομών. Στην προέκτασή της συνεπάγεται την οριστική αποδέσμευση της Πολιτείας από την υποχρέωσή της να παράσχει ικανούς πόρους για την έρευνα.

5. Ουσιαστική συμμετοχή του συνόλου της ερευνητικής κοινότητας στο δημόσιο διάλογο

Θεωρούμε ότι ο ουσιαστικός διάλογος αποτελεί για την ερευνητική κοινότητα ζήτημα πολιτικής προτεραιότητας. Απεκδυόμεθα το ρόλο του συμμέτοχου σε προσχηματικές διαδικασίες διαβούλευσης. Συμμεριζόμαστε τη μέριμνα της ΕΕΕ για την περιγραφή της διαδικασίας συμμετοχής της ερευνητικής κοινότητας στη διαδικασία διαβούλευσης. Επισημαίνουμε, ωστόσο, ότι αυτή δεν μπορεί να διεξαχθεί για ακόμα μία φορά σε ασφυκτικά χρονικά περιθώρια.
Η πρότασή μας είναι να αναλάβουν το συντονισμό της διαδικασίας διαβούλευσης και της επεξεργασίας τεκμηριωμένων προτάσεων η Σύνοδος των Προέδρων των ΕΚ και η ερευνητική κοινότητα, με όλες τις μορφές εκπροσώπησής της. Πέραν της επιστημονικής επάρκειας και της γνώσης του αντικειμένου, τις οποίες εκτός από τα μέλη του ΕΣΕΤ διαθέτουν και οι Πρόεδροι των ΕΚ, οι τελευταίοι έχουν παράλληλα άμεση καθημερινή επαφή με τα προβλήματα λειτουργίας των ΕΚ και ασκούν τη διοίκησή των ΕΚ βάσει θεσμικά κατοχυρωμένου ρόλου.

Το πολιτικό πλαίσιο της προτεινόμενη αναδιάταξης του ερευνητικοί ιστού

Η ανάγκη υπεράσπισης του συστήματος δημόσιων ερευνητικών κέντρων δεν προκύπτει μόνο από βασικές, γενικές αρχές και το Σύνταγμα της χώρας -που έως να αναθεωρηθεί ισχύει- αλλά, ταυτόχρονα, έχει ένα σαφή πολιτικό χαρακτήρα. Η μετατροπή των ερευνητικών κέντρων που σήμερα είναι ΝΠΔΔ σε ΝΠΙΔ είναι κομβικό σημείο μιας ευρύτερης στρατηγικής της κυβέρνησης, η οποία παρουσιάζει την παγκόσμια πρωτοτυπία της συνένωσης στοιχείων νεοφιλελεύθερης πολιτικής με πελατειακές-αυταρχικές πρακτικές. Η μεταβολή του νομικού καθεστώτος των ΝΠΔΔ ερευνητικών κέντρων δεν αποσκοπεί απλώς στη μείωση των κρατικών επιχορηγήσεων και στη μεγαλύτερη οικονομική εξάρτηση των κέντρων από τα ευρωπαϊκά προγράμματα και την αγορά. Εντάσσεται, μάλλον, σε μια προσπάθεια εμβάθυνσης του πολιτικού ελέγχου των κέντρων από το Υπουργείο, κάτι που προωθήθηκε και στο πανεπιστήμιο με τον πρόσφατο νόμο. Όπως φαίνεται από το σχέδιο νόμου για την έρευνα το οποίο ‘διέρρευσε' τις προηγούμενες ημέρες, η μετατροπή των τεσσάρων εθνικών ερευνητικών κέντρων σε ΝΠΙΔ δεν συνεπάγεται μια μεγαλύτερη αυτονομία και μείωση της κρατικής γραφειοκρατίας (όπως θα υπαγόρευε μια ‘αληθινά' φιλελεύθερη πολιτική). Αντίθετα, το θεσμικό πλαίσιο που προτείνεται συνιστά έναν βαρύ γραφειοκρατικό μηχανισμό με πανταχού παρούσα την παρέμβαση του Υπουργείου (με αποκορύφωμα τις εντελώς απαράδεκτες προβλέψεις κατάργησης της εκπροσώπησης των εργαζομένων στα ΔΣ των Κέντρων και ανανέωσης της θητείας των Προέδρων των Κέντρων και των Διευθυντών των Ινστιτούτων από τον/την Υπουργό χωρίς προκήρυξη της θέσης). Η μετατροπή σε ΝΠΙΔ έρχεται σε αυτό το θεσμικό τοπίο να προσθέσει ακόμη ένα πεδίο εξάρτησης των Κέντρων από την πολιτική ηγεσία μέσα από τη διαρκή διαπραγμάτευση για το ύψος της κρατικής επιχορήγηση, που συνεπάγεται το νομικό καθεστώς ΙΔ, διαπραγμάτευση όπου η πολιτική ηγεσία θα έχει κυρίαρχη θέση, κρατώντας στα χέρια της τις διαδικασίες-κλειδιά (εκλογές προέδρων και διευθυντών και ανανέωση θητειών). Η υπεράσπιση του νομικού προσώπου των δημόσιων ερευνητικών κέντρων θα πρέπει, συνεπώς, να είναι κεντρική επιδίωξη των ερευνητών, όντας άρρηκτα συνδεδεμένη με την υπεράσπιση της αυτονομίας της ερευνητικής δραστηριότητας και της ακαδημαϊκής φυσιογνωμίας τους και με τον απεγκλωβισμό της ερευνητικής κοινότητας από τον ασφυκτικό συνδυασμό υποχρηματοδότησης και γραφειοκρατίας.

Πρόταση για συνένωση των τεσσάρων δημόσιων ερευνητικών κέντρων σε έναν διευρυμένο πολυεπιστημονικό οργανισμό

Απέναντι στην επιχειρούμενη αποδιάρθρωση του δημόσιου ερευνητικού συστήματος και στις αμφίβολης αποτελεσματικότητας εσωτερικές και οριζόντιες συνενώσεις των ερευνητικών κέντρων, ο σύλλογός μας θέτει σε συζήτηση την προοπτική συνένωσης των τεσσάρων δημόσιων ερευνητικών κέντρων σε έναν ενιαίο, πολυεπιστημονικό φορέα (ομπρέλα), όπου το κάθε κέντρο διατηρεί την αυτονομία του. Η συνένωση αυτή είναι εφικτή λόγω του ότι συντρέχουν βασικές προϋποθέσεις:
-ομοιομορφία τρόπου διοίκησης
-ομοιομορφία των δομών
-ομοιογένεια της υπηρεσιακής και μισθολογικής κατάστασης του προσωπικού.
Η έρευνα είναι οργανωμένη σε διευρυμένους πολυεπιστημονικούς οργανισμούς σε μεγάλες χώρες της Ευρώπης (Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία) και με βάση την εμπειρία αυτή μπορεί κανείς να αναμένει μια σειρά οφέλη από τη συνένωση των τεσσάρων δημόσιων ερευνητικών κέντρων της χώρας.
Κατά πρώτον, καλύτερες αναπτυξιακές προοπτικές (έστω όταν οι καιροί το επιτρέψουν στην Ελλάδα). Διευρυμένοι πολυεπιστημονικοί οργανισμοί έχουν μεγαλύτερη ευχέρεια και πόρους (ανθρώπινους και υλικούς) για να αναπτύξουν υποδομές (κτηριακές, σχετικές με νέες τεχνολογίες, εκδόσεις, βάσεις δεδομένων, αρχεία, βιβλιοθήκες κ.λπ.), συνεργασίες με πανεπιστήμια (ανάλογα με το τι θα προβλέπει η σχετική νομοθεσία: συμβάσεις με πανεπιστήμια, κυκλοφορία επιστημονικού προσωπικού...) και συνεργασίες με φορείς του εξωτερικού (π.χ. ανάληψη κοινών πρωτοβουλιών για την ανάπτυξη ερευνητικών θεσμών). Επίσης, ένας διευρυμένος οργανισμός ανταποκρίνεται καλύτερα στα σύγχρονα κριτήρια αξιολογήσεων και κατατάξεων (επάρκεια υποδομών, προγράμματα, δημοσιεύσεις, ετεροαναφορές κ.λπ.) και μπορεί να εξασφαλίσει αρτιότερες διαδικασίες (εσωτερικής και εξωτερικής) αξιολόγησης. Τέλος, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό, ο πολυεπιστημονικός οργανισμός ανοίγει το δρόμο για πολυεπιστημονική έρευνα μέσω κοινών ερευνητικών προγραμμάτων. Ειδικά από την οπτική γωνία του ΕΚΚΕ, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η ανάπτυξη της έρευνας των κοινωνικών επιπτώσεων της τεχνολογίας και της καινοτομίας (social impact). Οι ερευνητικές πρωτοβουλίες σε αυτή την κατεύθυνση, χωρίς να είναι οι κεντρικές στη λειτουργία των κέντρων, μπορούν να παράγουν προστιθέμενη αξία στο πεδίο της πρωτοποριακής έρευνας. Ειδικά για ένα κέντρο όπως το ΕΚΚΕ η πολυεπιστημονικότητα δίνει τη δυνατότητα για μετατροπή της «αδυναμίας» του (μικρό μέγεθος) σε προστιθέμενη αξία στο πλαίσιο ενός ευρύτερου οργανισμού.
Κατά δεύτερον, η δημιουργία ενός πολυεπιστημονικού οργανισμού προσφέρει πολιτικά πλεονεκτήματα. Προσφέρει διέξοδο σε βασικά ζητήματα της συγκυρίας: επιτρέπει σε μεσοπρόθεσμη βάση την εξοικονόμηση πόρων μέσα από οικονομίες κλίμακας, ενώ, ταυτόχρονα, απομακρύνει το ενδεχόμενο των διενέξεων στο εσωτερικό της ερευνητικής κοινότητας, εν όψει της αναδιάρθρωσης του ερευνητικού ιστού και δημιουργεί προοπτικά έναν ισχυρό συνομιλητή απέναντι στην πολιτική ηγεσία. Ο επιθυμητός «εξορθολογισμός» μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την κατάτμηση, διάλυση, επανασύσταση κ.λπ. των ερευνητικών κέντρων. Οι στόχοι αυτοί μπορούν να επιτευχθούν μέσα από τη δημιουργία ενός πολυεπιστημονικού οργανισμού που θα ενσωματώσει τις σημερινές μονάδες, οι οποίες θα κρατήσουν την αυτοτέλειά τους.
Από διοικητική άποψη, η νέα δομή θα πρέπει να έχει τα παρακάτω βασικά χαρακτηριστικά:
-Τα τέσσερα κέντρα θα πρέπει να διατηρήσουν την αυτονομία τους και την υφιστάμενη ονομασία τους.
-Τα τέσσερα κέντρα θα διατηρήσουν το καθένα διακριτό ΔΣ που θα περιλαμβάνει τους Δ/ντές Ινστιτούτων και τους εκπροσώπους των εργαζομένων. Το ΔΣ του νέου διευρυμένου οργανισμού θα περιλαμβάνει τους προέδρους των τεσσάρων κέντρων και τους εκπροσώπους των εργαζομένων της συνολικής δομής.
-Δ/ντές των ινστιτούτων αναλαμβάνουν ερευνητές Α' ή Β' βαθμίδας των Ινστιτούτων και αμείβονται μόνο με επίδομα θέσης ευθύνης από τα ερευνητικά ιδρύματα ή καθηγητές οι οποίοι απαλλάσσονται εν μέρει από τα καθήκοντά τους στα πανεπιστήμια όπου εργάζονται.

Ο Σύλλογος μας πιστεύει ότι με το αυτό το κείμενο θέσεων συμβάλλει στο διάλογο για την αναδιάταξη του ερευνητικού ιστού.

 

Για το ΔΣ του Συλλόγου Προσωπικού Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ)

Η Πρόεδρος

Αικατερίνη Σάββα

O Γενικός Γραμματέας

Γιώργος Κανδύλης


www.slidescenter.com